Το έγκλημα της απάτης κατά το άρθρο 386 Ποινικού Κώδικα

Το έγκλημα της απάτης κατά το άρθρο 386 Ποινικού Κώδικα

Σύμφωνα με το άρθρο 386 του Ποινικού Κώδικα:

“1. Όποιος με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με σκοπό από τη βλάβη αυτής της περιουσίας να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος τιμωρείται με φυλάκιση, και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών και χρηματική ποινή. Αν η ζημία που προκλήθηκε υπερβαίνει συνολικά το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ επιβάλλεται κάθειρξη έως δέκα (10) έτη και χρηματική ποινή.

2. Αν η απάτη στρέφεται άμεσα κατά του νομικού προσώπου του ελληνικού δημοσίου, των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και η ζημιά που προκλήθηκε υπερβαίνει συνολικά το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ επιβάλλεται κάθειρξη τουλάχιστον δέκα (10) ετών και χρηματική ποινή έως χίλιες (1.000) ημερήσιες μονάδες. Η πράξη αυτή παραγράφεται μετά είκοσι (20) έτη.”

Το άρθρο 386 ΠΚ ρυθμίζει το έγκλημα της απάτης και αποσκοπεί στην προστασία της περιουσίας από συμπεριφορές μέσω των οποίων ένα πρόσωπο παραπλανάται και οδηγείται σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή που προκαλεί περιουσιακή βλάβη. Βασικό χαρακτηριστικό του εγκλήματος είναι ότι η περιουσιακή διάθεση του παθόντος αποτελεί αποτέλεσμα της παραπλανητικής συμπεριφοράς του δράστη.

Για τη στοιχειοθέτηση της απάτης απαιτείται, καταρχάς, συγκεκριμένη απατηλή συμπεριφορά. Αυτή μπορεί να λάβει τρεις μορφές: την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, την αθέμιτη απόκρυψη αληθινών γεγονότων ή την αθέμιτη παρασιώπηση αληθινών γεγονότων. Κοινό χαρακτηριστικό είναι ότι η συμπεριφορά του δράστη δημιουργεί ή διατηρεί εσφαλμένη αντίληψη της πραγματικότητας στο πρόσωπο που παραπλανάται.

Η παραπλάνηση πρέπει να οδηγήσει το πρόσωπο αυτό σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, η οποία έχει περιουσιακό χαρακτήρα και προκαλεί βλάβη σε ξένη περιουσία. Απαιτείται επομένως σύνδεση μεταξύ της απατηλής συμπεριφοράς, της πλάνης του παθόντος, της περιουσιακής διάθεσης και της ζημίας που τελικά προκαλείται.

Παράλληλα, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος απαιτείται ο δράστης να ενεργεί με σκοπό παράνομου περιουσιακού οφέλους, είτε για τον ίδιο είτε για τρίτο πρόσωπο. Το επιδιωκόμενο όφελος πρέπει να συνδέεται με την περιουσιακή βλάβη που προκαλείται. Για την ολοκλήρωση της απάτης δεν απαιτείται να έχει πράγματι επιτευχθεί το παράνομο περιουσιακό όφελος, εφόσον έχουν συντελεστεί τα υπόλοιπα στοιχεία που απαιτεί η διάταξη.

Ιδιαίτερη σημασία παρουσιάζει η διάκριση της απάτης από την απλή αθέτηση μιας συμφωνίας ή συμβατικής υποχρέωσης. Το γεγονός και μόνο ότι κάποιος δεν εκπλήρωσε μια υπόσχεση ή δεν τήρησε τους όρους μιας σύμβασης δεν αρκεί για να μετατρέψει αυτομάτως μια ιδιωτική διαφορά σε ποινικό αδίκημα. Για τη στοιχειοθέτηση της απάτης πρέπει να συντρέχει η απατηλή συμπεριφορά που περιγράφεται ειδικά στο άρθρο 386 ΠΚ και αυτή να συνδέεται με την πρόκληση της περιουσιακής βλάβης.

Η βαρύτητα της ποινικής μεταχείρισης διαφοροποιείται ανάλογα με το ύψος της προκληθείσας ζημίας. Στη βασική μορφή της απάτης προβλέπεται φυλάκιση, ενώ όταν η ζημία είναι ιδιαίτερα μεγάλη προβλέπεται αυστηρότερη ποινική μεταχείριση. Εφόσον η ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 120.000 ευρώ, η πράξη αποκτά κακουργηματικό χαρακτήρα και προβλέπεται κάθειρξη έως δέκα έτη και χρηματική ποινή.

Ιδιαίτερη ρύθμιση προβλέπεται όταν η απάτη στρέφεται άμεσα κατά του Ελληνικού Δημοσίου, νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου ή οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης και η προκαλούμενη ζημία υπερβαίνει συνολικά τις 120.000 ευρώ. Στην περίπτωση αυτή προβλέπεται ακόμη αυστηρότερη ποινική μεταχείριση, καθώς και ειδική εικοσαετής παραγραφή της πράξης.

Το άρθρο 386 ΠΚ αποτελεί βασική διάταξη προστασίας της περιουσίας στο ελληνικό ποινικό δίκαιο, καθώς αντιμετωπίζει περιπτώσεις στις οποίες η παραπλάνηση χρησιμοποιείται ως μέσο για την πρόκληση περιουσιακής βλάβης και την επιδίωξη παράνομου περιουσιακού οφέλους. Η ορθή διάκριση της απάτης από μία απλή αστική ή συμβατική διαφορά είναι ιδιαίτερα σημαντική για την εφαρμογή της διάταξης.