04 Σεπ Υπεξαίρεση: Η παράνομη ιδιοποίηση ξένου κινητού πράγματος κατά το άρθρο 375 ΠΚ
Σύμφωνα με το άρθρο 375 του Ποινικού Κώδικα:
1. Όποιος ιδιοποιείται παράνομα ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση έως δύο (2) έτη και αν το αντικείμενο είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών και χρηματική ποινή. Αν πρόκειται για αντικείμενο που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, ο υπαίτιος τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους και χρηματική ποινή.
2. Αν η αξία του αντικειμένου στην παρ. 1 υπερβαίνει συνολικά το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη έως δέκα (10) έτη και χρηματική ποινή.
3. Αν η υπεξαίρεση στρέφεται άμεσα κατά του νομικού προσώπου του ελληνικού δημοσίου, των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και η αξία του αντικειμένου της υπερβαίνει συνολικά το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ, επιβάλλεται κάθειρξη τουλάχιστον δέκα (10) ετών και χρηματική ποινή έως χίλιες (1.000) ημερήσιες μονάδες. Η πράξη αυτή παραγράφεται μετά είκοσι (20) έτη.
4. Με το ξένο πράγμα εξομοιώνεται και: α) το τίμημα που έλαβε ο υπαίτιος για κινητό πράγμα που του είχαν εμπιστευθεί για να το πουλήσει, καθώς και β) το κινητό πράγμα που απέκτησε ο υπαίτιος με χρήματα ή με άλλο πράγμα που του είχαν εμπιστευθεί για να αγοράσει ή να ανταλλάξει αντίστοιχα το πράγμα που απέκτησε.
Η υπεξαίρεση αφορά μια χαρακτηριστική περίπτωση προσβολής της περιουσίας, στην οποία το επίδικο πράγμα δεν αφαιρείται από τον παθόντα, αλλά βρίσκεται ήδη στην κατοχή του δράστη. Η ποινικά αξιόλογη συμπεριφορά εμφανίζεται μεταγενέστερα, όταν εκείνος που κατέχει το πράγμα το αντιμετωπίζει παράνομα ως δικό του, ενώ αυτό ανήκει, ολικά ή εν μέρει, σε άλλον.
Αυτό ακριβώς το στοιχείο διαφοροποιεί την υπεξαίρεση από άλλα περιουσιακά εγκλήματα. Το κρίσιμο σημείο δεν είναι ο τρόπος με τον οποίο το πράγμα έφθασε αρχικά στον δράστη, καθώς ο νόμος αναφέρει ρητά ότι μπορεί να έχει περιέλθει στην κατοχή του «με οποιονδήποτε τρόπο». Εκείνο που ενδιαφέρει είναι η μεταγενέστερη παράνομη ιδιοποίηση του ξένου κινητού πράγματος.
Αντικείμενο της υπεξαίρεσης μπορεί να αποτελέσει κινητό πράγμα που είναι ολικά ή εν μέρει ξένο ως προς τον δράστη. Επομένως, η προστασία της διάταξης δεν περιορίζεται μόνο στις περιπτώσεις κατά τις οποίες το πράγμα ανήκει αποκλειστικά σε τρίτο, αλλά καταλαμβάνει και περιπτώσεις στις οποίες ο δράστης έχει ορισμένο δικαίωμα επ’ αυτού χωρίς να δικαιούται να το ιδιοποιηθεί στο σύνολό του.
Ο τρόπος με τον οποίο το πράγμα είχε εμπιστευθεί στον δράστη αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα όταν μεταξύ αυτού και του παθόντος υπάρχει σχέση αυξημένης εμπιστοσύνης. Για τον λόγο αυτό, ο Ποινικός Κώδικας αντιμετωπίζει αυστηρότερα την περίπτωση κατά την οποία το αντικείμενο έχει παραδοθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου, επιτρόπου, κηδεμόνα, μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας. Στις περιπτώσεις αυτές, η πράξη δεν προσβάλλει μόνο την περιουσία του δικαιούχου, αλλά και την ιδιαίτερη εμπιστοσύνη με την οποία το πράγμα είχε τεθεί στη διάθεση του δράστη.
Η αξία του αντικειμένου επηρεάζει άμεσα την ποινική μεταχείριση της πράξης. Η βασική μορφή τιμωρείται με φυλάκιση έως δύο έτη, ενώ για αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας προβλέπεται αυστηρότερη ποινή. Όταν η συνολική αξία υπερβαίνει τις 120.000 ευρώ, η πράξη αντιμετωπίζεται σε κακουργηματικό επίπεδο και προβλέπεται κάθειρξη έως δέκα έτη και χρηματική ποινή.
Ακόμη αυστηρότερη είναι η αντιμετώπιση όταν η υπεξαίρεση στρέφεται άμεσα κατά του Ελληνικού Δημοσίου, νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου ή οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης και η συνολική αξία υπερβαίνει τις 120.000 ευρώ. Στην περίπτωση αυτή προβλέπεται κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών και χρηματική ποινή έως χίλιες ημερήσιες μονάδες, ενώ ο νόμος ορίζει ειδικά εικοσαετή χρόνο παραγραφής.
Η διάταξη επεκτείνει, τέλος, την έννοια του ξένου πράγματος σε ορισμένες συναλλακτικές περιπτώσεις. Ως ξένο πράγμα αντιμετωπίζεται και το τίμημα που εισπράχθηκε από την πώληση πράγματος που είχε παραδοθεί στον δράστη προς πώληση, καθώς και το κινητό πράγμα που αποκτήθηκε με χρήματα ή άλλο πράγμα που του είχαν εμπιστευθεί για συγκεκριμένη αγορά ή ανταλλαγή. Με αυτόν τον τρόπο προστατεύεται η περιουσία του δικαιούχου ακόμη και όταν το αρχικό αντικείμενο έχει αντικατασταθεί από το οικονομικό αντάλλαγμα ή από άλλο κινητό πράγμα.
Το άρθρο 375 ΠΚ καλύπτει, επομένως, ένα ευρύ φάσμα περιπτώσεων στις οποίες νόμιμη ή πραγματική κατοχή ενός ξένου πράγματος μετατρέπεται σε παράνομη ιδιοποίηση. Καθοριστικά στοιχεία για την ποινική αξιολόγηση αποτελούν οι συνθήκες υπό τις οποίες το πράγμα βρέθηκε στην κατοχή του δράστη, η σχέση του με τον δικαιούχο, η αξία του αντικειμένου και, στις βαρύτερες περιπτώσεις, το πρόσωπο κατά του οποίου στρέφεται η πράξη.