28 Αυγ Ακύρωση και ακυρότητα αποφάσεων των εταίρων Ι.Κ.Ε. κατά το άρθρο 74 Ν. 4072/2012
Σύμφωνα με το άρθρο 74 του Ν. 4072/2012:
“1. Απόφαση της συνέλευσης των εταίρων που λήφθηκε με τρόπο που δεν είναι σύμφωνος με το νόμο ή το καταστατικό ή κατά κατάχρηση της εξουσίας της πλειοψηφίας υπό τους όρους του άρθρου 281 του Αστικού Κώδικα, ακυρώνεται από το δικαστήριο. Η ακύρωση μπορεί να ζητείται από το διαχειριστή, καθώς και από κάθε εταίρο που δεν παρέστη στη συνέλευση ή αντιτάχθηκε στην απόφαση, με αίτηση που υποβάλλεται στο αρμόδιο δικαστήριο μέσα σε προθεσμία τεσσάρων (4) μηνών από την καταχώρισή της στο βιβλίο πρακτικών. Ο αιτών μπορεί να ζητήσει από το δικαστήριο το διορισμό ειδικού εκπροσώπου της εταιρείας για τη διεξαγωγή της δίκης. Η τελεσίδικη απόφαση περί ακυρότητας ισχύει έναντι πάντων. Αν η προσβαλλόμενη απόφαση της συνέλευσης καταχωρίσθηκε στο Γ.Ε.ΜΗ., καταχωρίζεται και η δικαστική απόφαση που την ακυρώνει.
2. Απόφαση της συνέλευσης των εταίρων που είναι αντίθετη στο νόμο ή το καταστατικό είναι άκυρη. Η ακυρότητα αναγνωρίζεται από το δικαστήριο ύστερα από αίτηση που υποβάλλεται από κάθε πρόσωπο το οποίο έχει έννομο συμφέρον, εντός προθεσμίας έξι (6) μηνών από την καταχώριση της απόφασης στο βιβλίο πρακτικών. Σε περίπτωση που με τροποποίηση του καταστατικού ο σκοπός της εταιρείας καθίσταται παράνομος ή αντικείμενος στη δημόσια τάξη, καθώς και όταν από την απόφαση προκύπτει διαρκής παράβαση διατάξεων αναγκαστικού δικαίου, η προβολή της ακυρότητας δεν υπόκειται σε προθεσμία.
3. Απόφαση που αποτυπώνεται σε έγγραφο, χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 73 ή που είναι αντίθετη στο νόμο ή το καταστατικό, είναι άκυρη. Τα δύο τελευταία εδάφια της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται αναλόγως.”
Το άρθρο 74 του Ν. 4072/2012 ρυθμίζει τις περιπτώσεις στις οποίες οι αποφάσεις των εταίρων μιας Ιδιωτικής Κεφαλαιουχικής Εταιρείας παρουσιάζουν ελαττώματα ως προς τον τρόπο λήψης ή το περιεχόμενό τους. Σκοπός της διάταξης είναι η διασφάλιση της νομιμότητας της εταιρικής λειτουργίας και η προστασία των εταίρων από αποφάσεις που παραβιάζουν τον νόμο ή το καταστατικό της εταιρείας.
Η διάταξη διακρίνει μεταξύ ακυρώσιμων και άκυρων αποφάσεων. Απόφαση της συνέλευσης που λήφθηκε με τρόπο που δεν είναι σύμφωνος με τον νόμο ή το καταστατικό ή αποτελεί προϊόν κατάχρησης της εξουσίας της πλειοψηφίας μπορεί να ακυρωθεί από το δικαστήριο. Η αναφορά του νόμου στο άρθρο 281 ΑΚ έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς θέτει όρια στην εξουσία της εταιρικής πλειοψηφίας και προστατεύει τους εταίρους από την καταχρηστική άσκησή της.
Την ακύρωση μπορεί να ζητήσει ο διαχειριστής, καθώς και κάθε εταίρος που δεν παρέστη στη συνέλευση ή αντιτάχθηκε στην απόφαση. Η σχετική αίτηση πρέπει να υποβληθεί εντός τεσσάρων μηνών από την καταχώριση της απόφασης στο βιβλίο πρακτικών. Εφόσον η απόφαση ακυρωθεί τελεσίδικα, το αποτέλεσμα ισχύει έναντι πάντων, ενώ, αν η προσβαλλόμενη απόφαση είχε καταχωρισθεί στο Γ.Ε.ΜΗ., καταχωρίζεται και η δικαστική απόφαση που την ακυρώνει.
Διαφορετική είναι η περίπτωση της άκυρης απόφασης. Όταν η απόφαση της συνέλευσης είναι αντίθετη στον νόμο ή στο καταστατικό, η ακυρότητά της μπορεί να αναγνωριστεί από το δικαστήριο ύστερα από αίτηση οποιουδήποτε προσώπου έχει έννομο συμφέρον. Στην περίπτωση αυτή, η προβλεπόμενη προθεσμία είναι έξι μήνες από την καταχώριση της απόφασης στο βιβλίο πρακτικών.
Ο νόμος προβλέπει, ωστόσο, εξαίρεση για ιδιαίτερα σοβαρές περιπτώσεις. Όταν με τροποποίηση του καταστατικού ο σκοπός της εταιρείας καθίσταται παράνομος ή αντίθετος στη δημόσια τάξη ή όταν από την απόφαση προκύπτει διαρκής παράβαση διατάξεων αναγκαστικού δικαίου, η προβολή της ακυρότητας δεν υπόκειται σε προθεσμία.
Η προστασία της διάταξης καταλαμβάνει και τις αποφάσεις που λαμβάνονται χωρίς συνέλευση και αποτυπώνονται σε έγγραφο. Εάν δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 73 Ν. 4072/2012 ή εάν η απόφαση είναι αντίθετη στον νόμο ή το καταστατικό, η απόφαση είναι άκυρη.
Το άρθρο 74 Ν. 4072/2012 αποτελεί βασικό μηχανισμό ελέγχου της εταιρικής δράσης στην Ι.Κ.Ε., καθώς περιορίζει την αυθαίρετη ή καταχρηστική άσκηση της εξουσίας της πλειοψηφίας και παρέχει συγκεκριμένα μέσα δικαστικής προστασίας. Παράλληλα, οι σύντομες προθεσμίες που προβλέπονται εξυπηρετούν την ανάγκη ταχείας αποσαφήνισης του κύρους των εταιρικών αποφάσεων και την ασφάλεια των συναλλαγών.