10 Ιούλ Άρθρο 338 ΚΠολΔ – Βάρος απόδειξης
Το άρθρο 338 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας ορίζει ότι:
«Κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτηση του.
Όταν ο νόμος ορίζει κάποιο τεκμήριο για την ύπαρξη ενός πραγματικού γεγονότος, επιτρέπεται αντίθετη απόδειξη, αν δεν ορίζεται διαφορετικά.»
Η διάταξη αυτή εκφράζει μία από τις βασικότερες αρχές της πολιτικής δίκης, σύμφωνα με την οποία κάθε διάδικος φέρει το βάρος να αποδείξει τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίζει τους ισχυρισμούς του. Η έκβαση της δίκης εξαρτάται συχνά από το αν τα κρίσιμα γεγονότα αποδεικνύονται επαρκώς ενώπιον του δικαστηρίου.
Το βάρος απόδειξης δεν ταυτίζεται με την υποχρέωση προσκόμισης συγκεκριμένου αποδεικτικού μέσου. Ο διάδικος μπορεί να επικαλεστεί κάθε νόμιμο αποδεικτικό μέσο, όπως έγγραφα, μάρτυρες, πραγματογνωμοσύνη ή δικαστικά τεκμήρια, αρκεί να αποδεικνύονται τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν τους ισχυρισμούς του.
Εάν ο διάδικος που φέρει το βάρος απόδειξης δεν κατορθώσει να αποδείξει τα κρίσιμα γεγονότα, οι δυσμενείς συνέπειες της αδυναμίας αυτής βαρύνουν τον ίδιο και το δικαστήριο απορρίπτει τον αντίστοιχο ισχυρισμό ή την αγωγή του, ανάλογα με την περίπτωση.
Το άρθρο 338 ΚΠολΔ εφαρμόζεται σε κάθε πολιτική δίκη και αποτελεί θεμελιώδη κανόνα της αποδεικτικής διαδικασίας. Η ορθή κατανομή του βάρους απόδειξης είναι καθοριστικής σημασίας τόσο για την επιτυχή προετοιμασία μιας υπόθεσης όσο και για την τελική δικαστική κρίση.